Η ΕΞΟΔΟΣ
Ανοίγοντας τα μάτια του ο Τζος το πρώτο πράγμα που αντίκρισε ήταν το απόλυτο σκοτάδι. Προσπαθώντας να σηκώσει το κεφάλι του, ένιωσε μια παράξενη μυρωδιά να του καίει την μύτη. Του θύμιζε έντονα θειάφι, αλλά όσο και αν προσπαθούσε να προσδιορίσει την πηγή της, δεν μπορούσε να δει τίποτα.
Βρισκόταν ξαπλωμένος σε ένα σιδερένιο πάτωμα εντελώς γυμνός, δίχως όμως να αισθάνεται ούτε κρύο ούτε ζέστη. Νιώθοντας μια ζαλάδα ανοιγόκλεινε τα μάτια του προσπαθώντας να εξοικειωθεί με το σκοτάδι. Δεν ήξερε πού βρισκόταν, ούτε αν ήταν μόνος του.
-ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΔΩ; φώναξε με δύναμη.
Αλλά δεν πήρε καμία απάντηση. Σηκώθηκε σιγά-σιγά αρχίζοντας να ψηλαφίζει γύρω του τον χώρο. Με τα χέρια απλωμένα στο σκοτάδι, προσπαθούσε να καταλάβει πού βρισκόταν. Περπατώντας προσεκτικά γύρω-γύρω απέκτησε την αίσθηση ότι βρισκόταν σε ένα τετράγωνο δωμάτιο. Μέσα σ’ αυτό δεν υπήρχε απολύτως τίποτα! Περιφερόταν σε ένα απόλυτα άδειο δωμάτιο!
-ΜΕ ΑΚΟΥΕΙ ΚΑΝΕΙΣ; φώναξε ξανά.
Άλλα το μόνο που ακούστηκε ήταν ο αντίλαλος της φωνής του.
Ψάχνοντας για κάποια διέξοδο, εντόπισε με την παλάμη του μια εσοχή κατά μήκος του τοίχου. Ακολουθώντας την με τα δάχτυλά του, διέγραψε μια καμπύλη, οδηγώντας το χέρι του μέχρι κάτω στο πάτωμα. Ανεβαίνοντας ξανά προς τα επάνω, αγγίζοντας και με τα δυο του χέρια τον τοίχο, υπολόγισε περίπου το κέντρο της εσοχής. Κινώντας τα γρήγορα δεξιά, αριστερά, πάνω, κάτω, έπιασε κάτι που έμοιαζε με χερούλι πόρτας. Πιάνοντάς το σφιχτά το έσπρωξε με δύναμη πάνω κάτω προσπαθώντας να την ανοίξει. Μα ήταν κλειδωμένη.
Αυτό που του τράβηξε την προσοχή, ήταν ότι ενώ το κουνούσε βίαια πάνω κάτω και ενώ τα πάντα γύρω του έμοιαζαν να είναι σιδερένια, δεν ακουγόταν καθόλου θόρυβος. Είχε αίσθηση του τι άγγιζε, αλλά δεν έβγαινε ήχος από αυτά. Για να το εξακριβώσει κλότσησε με δύναμη την πόρτα μπροστά του, αλλά δεν ακούστηκε τίποτα. Χτύπησε με τις γροθιές του τον τοίχο, αλλά και πάλι δεν ακούστηκε τίποτα. Η φωνή του όμως, ακούγονταν καθαρά και με αντίλαλο.
Προβληματισμένος γύρισε πάλι πίσω, εκεί που είχε ανακτήσει τις αισθήσεις του, προσπαθώντας να βάλει τις σκέψεις του σε μια τάξη.
Το τελευταίο πράγμα που θυμόταν ήταν ότι πήγαινε με το αυτοκίνητό του να συναντήσει έναν άντρα που παρακολουθούσε πολύ καιρό πριν. Είχε πληρωθεί για να τον βγάλει από την μέση, από κάποιον που δεν συμπαθούσε αυτόν τον άνθρωπο ιδιαίτερα.
Αυτή ήταν η δουλειά του. Το μόνο που ήξερε να κάνει καλά. Ένας επαγγελματίας πληρωμένος δολοφόνος. Ήξερε ότι δεν ήταν η ομορφότερη δουλειά τού κόσμου, αλλά τα κέρδη της ήταν τόσο πολλά που, ύστερα από μερικές δουλειές ακόμα, θα μπορούσε να αποσυρθεί εκατομμυριούχος, ζώντας μια άνετη και ξέγνοιαστη ζωή. Και ύστερα από εφτά χρόνια ακαταλόγιστων πράξεων, ο θάνατος αυτού του ανθρώπου, ήταν μία από τις τελευταίες του δουλειές.
Ψυχρός στη μεγαλύτερη διάρκεια της επαγγελματικής του ζωής, δεν δίστασε ούτε μια στιγμή να φέρει εις πέρας όποια αποστολή τού ανέθεταν. Ακόμα και αν αυτές αφορούσαν ανθρώπους που ποτέ δεν είχαν βλάψει κάποιον. Δεν ήταν λίγες οι φορές που έπρεπε να απαλλάξει τον πλούσιο πελάτη του από την παρουσία της γυναίκας του, για να μπορεί εκείνος να ζήσει με την νέα του αγάπη. Ούτε το να σκοτώσει μικρά αθώα παιδιά, για να μην έχουν μερίδιο σε κάποια τεράστια κληρονομιά. Αλλά και το αντίθετο. Γυναίκες που εξαφάνιζαν τους συζύγους τους για να κληρονομήσουν αυτές όλη του την περιουσία.
Μία τέτοια ήταν και η τελευταία του αποστολή. Να βγάλει από την μέση έναν πολύ πλούσιο και ισχυρό άντρα, ώστε η άπληστη γυναίκα του να κληρονομήσει την περιουσία του και την δύναμή του.
Δεν ήταν όμως πάντα έτσι, ψυχρός και συναισθηματικά νεκρός. Κάποτε υπήρξε κι αυτός παντρεμένος και οικογενειάρχης. Με την γυναίκα του, την οποία αγαπούσε πάρα πολύ, είχαν αποκτήσει και ένα παιδί, τον Ντίλαν. Κρατώντας μυστική την ζωή που έκανε από την οικογένειά του, ο Τζος πάνω στο ξεκίνημα της καριέρας του έκανε ένα μοιραίο λάθος. Άφησε απροστάτευτη και εκτεθειμένη την οικογένειά του.
Ένα βράδυ που βρίσκονταν και οι τρεις στο σπίτι, ο Τζος είδε κάποιες σκιές να κινούνται περίεργα πίσω από τα παράθυρα. Μα πριν προλάβει να πάρει το όπλο του από εκεί που το είχε κρυμμένο, άκουσε τα παράθυρα να σπάνε εισβάλοντας με τα όπλα στα χέρια έξι κουκουλοφόροι. Ακινητοποιώντας την σύζυγό του και το παιδί του, που έντρομοι προσπαθούσαν να καταλάβουν τι συνέβαινε, δύο από αυτούς χτύπησαν τον Τζος στο κεφάλι αφήνοντάς τον αναίσθητο. Όταν συνήλθε, μέσα στην θολούρα του, είδε την οικογένειά του δεμένη και φιμωμένη. Προσπαθώντας να σηκωθεί δέχθηκε μια δυνατή κλοτσιά στα πλευρά που τον καθήλωσε ξανά κάτω.
-Τζος… Τζος… Με απογοήτευσες, άκουσε να του λέει μια βαριά αντρική φωνή.
-Σε περίμενα για ποιο έξυπνο… Όταν κάνεις αυτή την δουλειά, η οικογένεια είναι κάτι απαγορευμένο! Και ξέρεις γιατί; ρώτησε.
Μα πριν προλάβει να απαντήσει ο Τζος, είδε έντρομος τον άντρα που του μιλούσε να πυροβολεί εν ψυχρό την γυναίκα του και το παιδί του στο κεφάλι.
-Για αυτό… άκουσε να απαντά ειρωνικά στην δική του ερώτηση χαμογελώντας ο άντρας.
Νιώθοντας τα αίματα τους να του πιτσιλούν το πρόσωπο, ένιωσε την καρδιά του να σκίζεται στα δύο. Ουρλιάζοντας αγκάλιασε την νεκρή οικογένεια του, κοιτώντας τον με μίσος.
-Μμμμ λατρεύω αυτό το βλέμμα Τζος! Κοίτα να μην το χάσεις ποτέ, γιατί μόνο αυτό θα σε κρατήσει ζωντανό, του είπε με ψυχρότητα στην φωνή ο άντρας.
-Α… και κάτι άλλο… Αν ξαναχώσεις την μύτη σου σε ξένες δουλειές, σου υπόσχομαι ότι την επόμενη φορά που θα συναντηθούμε θα υποφέρεις πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τώρα… Ελπίζω να έγινα κατανοητός και να παραδειγματιστούν και όλοι οι… συνάδελφοί σου από αυτό που έγινε σήμερα, για να μην τρυπώνουν εκεί που δεν χωράνε!
Και κάνοντας νόημα με το κεφάλι στους υπόλοιπους άντρες της ομάδας του, αποχώρησαν από το σπίτι αφήνοντας τον Τζος μόνο του, αγκαλιά με τα ζεστά ακόμα άψυχα κορμιά της γυναίκας του και του παιδιού του.
Ληστεία μετά φόνου και ξεκλήρισμα οικογένειας έγραψαν την άλλη ημέρα οι εφημερίδες!
Όσο και αν προσπάθησε ο Τζος να μάθει για την οργανωμένη δολοφονία στο σπίτι του, ποτέ δεν κατάφερε να συλλέξει το κάποιο στοιχείο.
Έτσι δίχως καρδιά πλέον, συνέχισε το έργο του, χωρίς να έχει το παραμικρό συναίσθημα. Είχε γίνει και αυτός πια ένα κτήνος, σαν αυτούς που τον είχαν επισκεφτεί τότε. Καλύπτοντας καλύτερα πλέον τα νότα του και αλλάζοντας συνέχεια σπίτια, κατάφερε να γίνει αόρατος στα μάτια των ανταγωνιστών του.
Ο Τζος αφού δεν είχε πλέον τίποτα να χάσει, απέκτησε την καλύτερη φήμη στην πιάτσα, όχι μόνο για την ψυχρή αποτελεσματικότητά του, αλλά και για το ταλέντο που είχε να εμφανίζει πάντα τις δολοφονίες του, είτε ως αυτοκτονίες, είτε ως ατυχήματα. Ποτέ ως τώρα στην καριέρα του, δεν είχε φανερωθεί ο αληθινός τρόπος που πέθαινε το κάθε θύμα του. Και αυτό ήταν κάτι που οι πλούσιοι πελάτες του το εκτιμούσαν ιδιαίτερα πληρώνοντας αδρά. Καθισμένος μέσα στο σκοτάδι, κάτι που είχε συνηθίσει εξ άλλου αφού έτσι παραμόνευε τα θύματά του, σκεφτόταν ποιος μπορεί να του είχε στήσει όλο αυτό το “παιχνίδι”. Αν και ήταν πολύ υπομονετικός και ποτέ δεν έχανε την ψυχραιμία του, τώρα είχε αρχίσει να θυμώνει.
-ΑΝ ΜΕ ΑΚΟΥΕΙ ΚΑΝΕΙΣ, ΤΟ ΓΑΜΗΜΕΝΟ ΑΣΤΕΙΟ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ ΕΔΩ! φώναξε με δύναμη στον αέρα.
-ΟΠΟΙΟΣ ΚΑΙ ΑΝ ΕΙΣΑΙ ΘΑ ΣΕ ΚΑΘΑΡΙΣΩ ΜΕ ΤΑ ΙΔΙΑ ΜΟΥ ΤΑ ΧΕΡΙΑ! ΜΕ ΑΚΟΥΣ; ούρλιαζε, μα το μόνο που εισέπραττε, ήταν ο αντίλαλος της φωνής του.
Χάνοντας κάθε αίσθηση του χρόνου, νιώθοντάς τον σαν να μην κυλά καθόλου, καθόταν ακίνητος στο σκοτάδι και οργισμένος. Αν και πίστευε ότι είχαν περάσει μέρες που τον κρατούσαν εκεί φυλακισμένο, ωστόσο δεν είχε περάσει παρά μόνο ένα λεπτό από την ώρα που είχε ξυπνήσει. Και μέσα σε αυτό το λεπτό το μόνο που σκεπτόταν ήταν τι θα έκανε σε αυτόν που τον είχε φέρει σε αυτή την κατάσταση, αν έφευγε βέβαια ποτέ από εκεί μέσα.
Όταν βαρέθηκε να φωνάζει και να βρίζει, σκέφτηκε να χειριστή αλλιώς την κατάσταση. Να δωροδοκήσει τους απαγωγείς του, τάζοντάς τους ακόμα και όλη του την περιουσία. Μα και πάλι δεν λάμβανε καμιά απάντηση.
-Τι θέλετε επιτέλους… Μουρμούρισε νιώθοντας την κούραση να καταβάλει το κορμί του. Δεν θυμόταν καν πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε φάει ή είχε πιει κάτι, μα παρ’ όλα αυτά δεν πεινούσε, ούτε διψούσε. Μόνο κούραση ένιωθε και εξάντληση, ακόμα και όταν δεν κινιόταν καθόλου.
Όταν πια δεν είχε τι άλλο να κάνει, ο μόνος τρόπος για να μην τρελαθεί, ήταν να απασχολεί συνέχεια το μυαλό του με σκέψεις. Περνούσε ο χρόνος ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε, συλλογιζόμενος μέσα στην φυλακή, όπως έβλεπε πια αυτόν τον χώρο, κυριολεκτικά όλη του την ζωή.
Μέχρι που έφτασε και στις τελευταίες του επιλογές, την δουλειά που διάλεξε να κάνει, σκοτώνοντας τόσους αθώους ανθρώπους απλά και μόνο για να ικανοποιήσει άπληστα συμφέροντα.
Τότε άρχισε να καταλαβαίνει τι είχαν περάσει αυτοί οι άνθρωποι, όταν βρισκόντουσαν και εκείνοι στην δική του απάνθρωπη φυλακή, μέχρι να βρει τον κατάλληλο τρόπο να τους εξαφανίσει δίχως να αφήσει ίχνη δολοφονίας πίσω του.
Μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο άρχισε να συλλογίζεται, ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του, την βαρύτητα των πράξεών του. Βλέποντας εφιάλτες κάθε φορά που προσπαθούσε να κοιμηθεί, ξυπνούσε έντρομος έχοντας ακόμα στα αυτιά του τα απεγνωσμένα ουρλιαχτά των θυμάτων του.
Η πρώτη σκέψη που πέρασε από το μυαλό του, ήταν ότι τελικά έκανε λάθος που διάλεξε αυτό το μονοπάτι. Το να σκοτώνει αθώους ανθρώπους για να φτιάξει την δικιά του ζωή, αλλά και για να καλυτερέψει των άλλων, δεν ήταν μια ηθικά σωστή ανθρώπινη επιλογή. Έχοντας για πρώτη φορά στην ζωή του τόσο άπλετο χρόνο στην διάθεση του, μπορούσε πλέον να το αντιληφτεί αυτό.
Και τότε άκουσε ξαφνικά τον πρώτο του ήχο. Ένα σιδερένιο απόκοσμο “κλικ”, έφερε μπροστά στα έκπληκτα μάτια του, την πρώτη χλωμή ακτίνα φωτός. Η πόρτα που είχε ανακαλύψει, μόλις είχε ανοίξει από μόνη της.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου